διδασκάλῳ

Count: 37

DAT.SG MASC διδάσκαλος ADJ a teacher, master

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

διδασκάλῳ DAT.SG MASC διδάσκαλος NOUN 170
διδασκάλῳ DAT.SG FEM διδάσκαλος ADJ 9
διδασκάλῳ DAT.SG NEUT διδάσκαλος ADJ 5

Other Forms With Same Analysis

διδαϲκάλῳ DAT.SG MASC διδάσκαλος ADJ 4
διδασκαάλῳ DAT.SG MASC διδάσκαλος ADJ 1