συκοφάντης

Count: 89

NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN a false accuser, slanderer

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

Συκοφάντηϲ NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN 2
Συκοφάντης NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN 1
Faunus NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN 1