συγγραφεῖς

Count: 129

NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN one who collects and writes down historic facts, an historian

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

συγγραφεῖς ACC.PL MASC συγγραφεύς NOUN 34

Other Forms With Same Analysis

ϲυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 3
ξυγγραφεῖς NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 1
Ξυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 1
ξυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 1
χρονογράφοι NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 1