Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὡρονόμος
ὧρος
Ὧρος
Ὦρος
ὦρος
ὦρος2
ὡροσκοπεῖον
ὡροσκοπέω
ὡροσκόπησις
ὡροσκοπία
ὡροσκοπικός
ὡροσκόπος
ὡροτρόφος
ὤρυγγες
ὠρυδόν
ὠρυθμός
ὠρυκτής
ὠρύομαι
ὠρυτός
Ὠρωπός
ὦς
View word page
ὡροσκοπικός
pertaining to a ὡροσκόπος II
ShortDef
pertaining to a ὡροσκόπος II
Debugging
Headword:
ὡροσκοπικός
Headword (normalized):
ὡροσκοπικός
Headword (normalized/stripped):
ωροσκοπικος
Intro Text:
pertaining to a ὡροσκόπος II
IDX:
98472
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-98473
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "pertaining to a ὡροσκόπος II" }