Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ἀπαγχονίζω
ἀπάγχω
ἀπάγω
ἀπαγωγή
ἀπαγωγός
ἀπαδικέω
ἀπᾳδόντως
ἀπᾴδω
ἀπαείρομαι
ἀπαείρω
ἀπαέξομαι
ἀπαθανατίζω
ἀπαθανάτισις
ἀπάθεια
ἀπαθέω
Ἀπαθηναῖοι
ἀπαθής
ἀπαιγειρόομαι
ἀπαιδαγώγητος
ἀπαιδευσία
ἀπαιδευτέω
View word page
ἀπαέξομαι
grow out of

ShortDef

grow out of

Debugging

Headword:
ἀπαέξομαι
Headword (normalized):
ἀπαέξομαι
Headword (normalized/stripped):
απαεξομαι
IDX:
9820
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-9821
Key:

Data

{'content': 'grow out of'}