Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ψόγειος
ψογερός
ψόγιος
ψογιστής
ψόγος
ψοιθός
ψοΐτης
ψολόεις
ψολοκομπία
ψόλος
ψόφαξ
ψοφέω
ψόφημα
ψόφησις
ψοφητικός
ψοφοδέεια
ψοφοδεής
ψοφοειδής
ψοφομήδης
ψόφος
ψοφώδης
View word page
ψόφαξ
noisy fellow
ShortDef
noisy fellow
Debugging
Headword:
ψόφαξ
Headword (normalized):
ψόφαξ
Headword (normalized/stripped):
ψοφαξ
IDX:
98006
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-98007
Key:
Data
{'content': 'noisy fellow'}