Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ψιχίον
ψιχιώδης
ψιχολογέω
ψό
ψόα
ψόγειος
ψογερός
ψόγιος
ψογιστής
ψόγος
ψοιθός
ψοΐτης
ψολόεις
ψολοκομπία
ψόλος
ψόφαξ
ψοφέω
ψόφημα
ψόφησις
ψοφητικός
ψοφοδέεια
View word page
ψοιθός
ash-coloured

ShortDef

ash-coloured

Debugging

Headword:
ψοιθός
Headword (normalized):
ψοιθός
Headword (normalized/stripped):
ψοιθος
IDX:
98001
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-98002
Key:

Data

{'content': 'ash-coloured'}