Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
χρυσόσταθμος
χρυσόστεγος
χρυσοστέφανος
χρυσοστεφής
χρυσοστήμων
χρυσόστομος
χρυσόστροφος
χρυσόσωρος
χρυσοτέκτων
χρυσότερος
χρυσότευκτος
χρυσοτευχής
χρυσοτόκος
χρυσότοξος
χρυσοτόρευτος
χρυσοτρίαινος
χρυσότυπος
χρυσούατος
χρυσουργεῖον
χρυσουργέω
χρυσουργός
View word page
χρυσότευκτος
wrought of gold
ShortDef
wrought of gold
Debugging
Headword:
χρυσότευκτος
Headword (normalized):
χρυσότευκτος
Headword (normalized/stripped):
χρυσοτευκτος
Intro Text:
wrought of gold
IDX:
97372
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-97373
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "wrought of gold" }