Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
χρυσοκάνθαρος
χρυσόκανθος
χρυσοκάρηνος
χρυσόκαρπος
χρυσοκέλευθος
χρυσόκερως
χρυσοκέφαλος
χρυσοκίθαρις
χρυσοκίτρινος
χρυσόκλυστος
χρυσόκμητος
χρυσοκογχύλιον
χρυσόκοκκος
χρυσοκόλλα
χρυσοκόλλητος
χρυσόκολλος
χρυσοκόμας
χρυσοκομέω
χρυσοκόμη
χρυσοκόμης
χρυσόκομος
View word page
χρυσόκμητος
gold-wrought, see LSJ sv χρυσεόδμητος
ShortDef
gold-wrought, see LSJ sv χρυσεόδμητος
Debugging
Headword:
χρυσόκμητος
Headword (normalized):
χρυσόκμητος
Headword (normalized/stripped):
χρυσοκμητος
Intro Text:
gold-wrought, see LSJ sv χρυσεόδμητος
IDX:
97280
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-97281
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "gold-wrought, see LSJ sv χρυσεόδμητος" }