Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
χερσονησίζω
χερσονήσιος
Χερσονησίτης
χερσονησοειδής
χερσόνησος
Χερσόνησος
χερσονομή
χέρσος
χερσόω
χέρσυδρος
χερσώδης
χεσείω
χεσιφωνέω
χέσμα
χεῦμα
χεύω
χέω
χηλαργός
χήλευμα
χηλευτός
χηλεύω
View word page
χερσώδης
barren
ShortDef
barren
Debugging
Headword:
χερσώδης
Headword (normalized):
χερσώδης
Headword (normalized/stripped):
χερσωδης
Intro Text:
barren
IDX:
96456
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-96457
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "barren" }