Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
χερνῆτις
χερνιβεῖον
χερνίβιον
χέρνιβον
χερνιβόξεστον
χέρνιμμα
χερνίπτομαι
χερνίτης
χέρνιψ
χεροκένως
χερομυσής
χερόπληκτος
χερούβ
χερσάβροχος
χερσαῖος
χερσάλμη
χέρσαμμος
χερσάμπελος
χερσάνιππος
χερσάρακος
χερσάσπορος
View word page
χερομυσής
defiling the hand
ShortDef
defiling the hand
Debugging
Headword:
χερομυσής
Headword (normalized):
χερομυσής
Headword (normalized/stripped):
χερομυσης
Intro Text:
defiling the hand
IDX:
96423
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-96424
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "defiling the hand" }