Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
χάραξ
χαραξίποντος
χάραξις
χαράσσω
Χάρης
Χαρίδημος
χαριδώτης
χαρίεις
χαριεντίζομαι
χαριέντισμα
χαριεντισμός
χαριεντότης
χαριεργός
χαρίζω
Χαρικλῆς
χαριλαμπέτις
χάριν
Χάρις
χάρις
χαρίσιος
χάρισμα
View word page
χαριεντισμός
wittiness, wit
ShortDef
wittiness, wit
Debugging
Headword:
χαριεντισμός
Headword (normalized):
χαριεντισμός
Headword (normalized/stripped):
χαριεντισμος
Intro Text:
wittiness, wit
IDX:
96063
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-96064
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "wittiness, wit" }