Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

Φαρνάκης
Φαρνάσπης
Φαρνοῦχος
φάρξις
φᾶρος
Φάρος
φάρος
φάρος2
Φαρσάλιος
Φάρσαλος
φάρσος
φαρσοφόρος
φάρσωμα
φαρυγγοτομία
φαρυγίνδην
φάρυγξ
φάσαξ
φασγανίς
φάσγανον
φασγανουργός
φασγάνω
View word page
φάρσος
a part, portion

ShortDef

a part, portion

Debugging

Headword:
φάρσος
Headword (normalized):
φάρσος
Headword (normalized/stripped):
φαρσος
IDX:
93527
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-93528
Key:

Data

{'content': 'a part, portion'}