Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
φάρμαξις
φαρμάσσω
Φαρνάβαζος
Φαρνάκειος
Φαρνάκης
Φαρνάσπης
Φαρνοῦχος
φάρξις
φᾶρος
Φάρος
φάρος
φάρος2
Φαρσάλιος
Φάρσαλος
φάρσος
φαρσοφόρος
φάρσωμα
φαρυγγοτομία
φαρυγίνδην
φάρυγξ
φάσαξ
View word page
φάρος
pharynx
ShortDef
Pharos (island near Alexandria; island in Adriatic (sts. m.))
pharynx
plough
Debugging
Headword:
φάρος
Headword (normalized):
φάρος
Headword (normalized/stripped):
φαρος
Intro Text:
pharynx
IDX:
93523
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-93524
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "pharynx" }