Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
φαρμακεῖον
φαρμακεργάτης
φαρμακεύς
φαρμάκευσις
φαρμακευτέον
φαρμακευτικός
φαρμακεύω
φαρμακηρός
φαρμακικός
φαρμάκιον
φαρμακίς
φαρμακίτης
φαρμακίων
φαρμακοδοσία
φαρμακόεις
φαρμακοθήκη
φαρμακόμαντις
φάρμακον
φαρμακοποιέω
φαρμακοποιία
φαρμακοποιός
View word page
φαρμακίς
a sorceress, witch
ShortDef
a sorceress, witch
Debugging
Headword:
φαρμακίς
Headword (normalized):
φαρμακίς
Headword (normalized/stripped):
φαρμακις
Intro Text:
a sorceress, witch
IDX:
93490
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-93491
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a sorceress, witch" }