Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

Φαλέας
φαλεροῦχος
Φαληρεύς
φαληριάω
Φαληρικός
Φάληρον
Φάληρος
Φαλῆς
φαλῆς
φαλιόπους
φαλίπτει
φάλκης
φαλκίδιον
φαλλαγωγεῖον
φαλλαγωγία
φάλλαινα
φαλληφορέω
Φαλληφόρια
φαλλικός
φαλλοβάτης
φαλλός
View word page
φαλίπτει
to be white

ShortDef

to be white

Debugging

Headword:
φαλίπτει
Headword (normalized):
φαλίπτει
Headword (normalized/stripped):
φαλιπτει
IDX:
93383
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-93384
Key:

Data

{'content': 'to be white'}