Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑποτοπητέον
ὑπότοπος
ὑποτορεύω
ὑποτραγῳδέω
ὑποτραυλίζω
ὑπότραυλος
ὑποτραχήλιον
ὑποτράχηλος
ὑποτραχύνω
ὑπότραχυς
ὑποτρέμω
ὑποτρέπομαι
ὑποτρέφω
ὑποτρέχω
ὑποτρέω
ὑπότρητος
ὑποτριβή
ὑποτρίβω
ὑποτρίζω
ὑποτριήραρχος
ὑποτριμερής
View word page
ὑποτρέμω
to tremble a little
ShortDef
to tremble a little
Debugging
Headword:
ὑποτρέμω
Headword (normalized):
ὑποτρέμω
Headword (normalized/stripped):
υποτρεμω
Intro Text:
to tremble a little
IDX:
92689
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-92690
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to tremble a little" }