Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ὕπνος
Ὑπνοτράπεζος
ὑπνοφανής
ὑπνοφόβης
ὑπνοφόρος
ὑπνόω
ὑπνώδης
ὑπνωδία
ὑπνώσσω
ὑπνωτικός
ὑπνώω
ὑπό
ὑποακραῖος
ὑποάμουσος
ὑποβάθρα
ὑπόβαθρον
ὑποβαίνω
ὑποβάκχειος
ὑπόβακχος
ὑποβάλλω
ὑποβάπτω
View word page
ὑπνώω
to be drowsy, tired

ShortDef

to be drowsy, tired

Debugging

Headword:
ὑπνώω
Headword (normalized):
ὑπνώω
Headword (normalized/stripped):
υπνωω
IDX:
91479
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-91480
Key:

Data

{'content': 'to be drowsy, tired'}