Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ὑπνοδότειρα
ὑπνοδότης
ὑπνομαχέω
ὕπνον
ὑπνοποιέω
ὑπνοποιός
ὕπνος
Ὑπνοτράπεζος
ὑπνοφανής
ὑπνοφόβης
ὑπνοφόρος
ὑπνόω
ὑπνώδης
ὑπνωδία
ὑπνώσσω
ὑπνωτικός
ὑπνώω
ὑπό
ὑποακραῖος
ὑποάμουσος
ὑποβάθρα
View word page
ὑπνοφόρος
bringing sleep

ShortDef

bringing sleep

Debugging

Headword:
ὑπνοφόρος
Headword (normalized):
ὑπνοφόρος
Headword (normalized/stripped):
υπνοφορος
IDX:
91473
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-91474
Key:

Data

{'content': 'bringing sleep'}