Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑπέροπλος
ὑπεροπτάω
ὑπεροπτέον
ὑπερόπτης
ὑπερόπτησις
ὑπεροπτικός
ὑπέροπτος
ὑπέροπτος2
ὑπερόρασις
ὑπεροράω
ὑπεροργίζομαι
ὑπεροργώντως
ὑπερορέγομαι
ὑπερορία
ὑπερορίζω
ὑπερόριος
ὑπερορισμός
ὑπεροριστέον
ὑπερόρκιος
ὑπερορμαίνω
ὑπερόρνυμαι
View word page
ὑπεροργίζομαι
to be exceedingly angry
ShortDef
to be exceedingly angry
Debugging
Headword:
ὑπεροργίζομαι
Headword (normalized):
ὑπεροργίζομαι
Headword (normalized/stripped):
υπεροργιζομαι
Intro Text:
to be exceedingly angry
IDX:
91176
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-91177
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be exceedingly angry" }