Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ὑπερκαχλάζω
ὑπέρκειμαι
ὑπερκενόω
ὑπερκένωσις
ὑπερκέρασις
ὑπερκεράω
ὑπέρκερως
ὑπερκέφαλα
ὑπερκηλέω
ὑπερκλύζω
ὑπέρκλυσις
ὑπερκολακεύω
ὑπερκομίζω
ὑπέρκομπος
ὑπέρκοπος
ὑπερκοπόω
ὑπερκορέννυμι
ὑπερκορής
ὑπερκορύφωσις
ὑπερκόσμιος
ὑπέρκοτος
View word page
ὑπέρκλυσις
overflow

ShortDef

overflow

Debugging

Headword:
ὑπέρκλυσις
Headword (normalized):
ὑπέρκλυσις
Headword (normalized/stripped):
υπερκλυσις
IDX:
91079
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-91080
Key:

Data

{'content': 'overflow'}