Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

ὑπερεπιτατικός
ὑπερεπιτείνω
ὑπερέπτω
ὑπερέραμαι
ὑπερερρωμένως
ὑπερέρυθρος
ὑπερέρχομαι
ὑπερεσθίω
ὑπερετής
ὑπερέττω
ὑπέρευ
ὑπερευγενής
ὑπερεύγομαι
ὑπερευδαιμονέω
ὑπερευδαίμων
ὑπερευδοκέομαι
ὑπερευδοκιμέω
ὑπερευήθης
ὑπερευθύμως
ὑπερευκαιρέω
ὑπερευλαβέομαι
View word page
ὑπέρευ
exceeding well, excellently

ShortDef

exceeding well, excellently

Debugging

Headword:
ὑπέρευ
Headword (normalized):
ὑπέρευ
Headword (normalized/stripped):
υπερευ
IDX:
90940
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-90941
Key:

Data

{'content': 'exceeding well, excellently'}