Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑπεραστράπτω
ὑπεραστρονομέω
ὑπερασχάλλω
ὑπερασχημονέω
ὑπεράτοπος
ὑπεραττικίζω
ὑπεραττικός
ὑπεραυαίνω
ὑπεραυγάζω
ὑπεραυγής
ὑπεραυθεντέω
ὑπεράϋλος
ὑπεραυξάνω
ὑπεραύξημα
ὑπεραύξησις
ὑπεραύστηρος
ὑπεραυχέω
ὑπέραυχος
ὑπεραφρίζω
ὑπεραχθής
ὑπεράχθομαι
View word page
ὑπεραυθεντέω
exauctoro, auctoro
ShortDef
exauctoro, auctoro
Debugging
Headword:
ὑπεραυθεντέω
Headword (normalized):
ὑπεραυθεντέω
Headword (normalized/stripped):
υπεραυθεντεω
Intro Text:
exauctoro, auctoro
IDX:
90761
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-90762
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "exauctoro, auctoro" }