Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑπεραλγής
ὑπεραλγύνω
ὑπεραλκής
ὑπεράλλομαι
ὑπέραλλος
ὑπέραλμα
ὑπεράλπειος
ὑπεράλπιος
ὑπεραμπέχω
ὑπεραμφισβητέω
ὑπεραναβαίνω
ὑπεραναιδεύομαι
ὑπεραναίσχυντος
ὑπερανάκειμαι
ὑπεραναλίσκω
ὑπερανατείνομαι
ὑπερανατίθεμαι
ὑπερανέχω
ὑπερανήλωμα
ὑπερανθέω
ὑπεράνθρωπος
View word page
ὑπεραναβαίνω
pass over, cross
ShortDef
pass over, cross
Debugging
Headword:
ὑπεραναβαίνω
Headword (normalized):
ὑπεραναβαίνω
Headword (normalized/stripped):
υπεραναβαινω
Intro Text:
pass over, cross
IDX:
90705
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-90706
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "pass over, cross" }