Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀντιπερίειμι
ἀντιπεριέλκω
ἀντιπεριηχέω
ἀντιπεριΐστημι
ἀντιπεριλαμβάνω
ἀντιπεριπλέω
ἀντιπεριποιέομαι
ἀντιπεριποιητικός
ἀντιπερίσπασμα
ἀντιπερισπασμός
ἀντιπερισπαστός
ἀντιπερισπάω
ἀντιπερίστασις
ἀντιπεριστροφή
ἀντιπερισχίζομαι
ἀντιπεριφορά
ἀντιπεριχωρέω
ἀντιπεριψύχω
ἀντιπεριωθέω
ἀντιπέσσομαι
ἀντίπετρος
View word page
ἀντιπερισπαστός
drawnthrough
ShortDef
drawnthrough
Debugging
Headword:
ἀντιπερισπαστός
Headword (normalized):
ἀντιπερισπαστός
Headword (normalized/stripped):
αντιπερισπαστος
Intro Text:
drawnthrough
IDX:
9054
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-9055
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "drawnthrough" }