Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑπειλέομαι
ὑπείλλω
ὕπειμι
ὕπειμι2
ὕπειξις
ὑπεῖπον
ὑπειράλιος
ὑπείρω
ὑπεισβαίνω
ὑπεισδύομαι
ὑπείσειμι
ὑπεισέλευσις
ὑπεισελευστέον
ὑπεισέρχομαι
ὑπεισρέω
ὑπέκ
ὑπεκβαίνω
ὑπεκβάλλω
ὑπεκδέχομαι
ὑπεκδιδράσκω
ὑπεκδύομαι
View word page
ὑπείσειμι
enter upon, succeed to
ShortDef
enter upon, succeed to
Debugging
Headword:
ὑπείσειμι
Headword (normalized):
ὑπείσειμι
Headword (normalized/stripped):
υπεισειμι
Intro Text:
enter upon, succeed to
IDX:
90525
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-90526
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "enter upon, succeed to" }