Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑπεικτικός
ὑπείκω
ὑπειλέομαι
ὑπείλλω
ὕπειμι
ὕπειμι2
ὕπειξις
ὑπεῖπον
ὑπειράλιος
ὑπείρω
ὑπεισβαίνω
ὑπεισδύομαι
ὑπείσειμι
ὑπεισέλευσις
ὑπεισελευστέον
ὑπεισέρχομαι
ὑπεισρέω
ὑπέκ
ὑπεκβαίνω
ὑπεκβάλλω
ὑπεκδέχομαι
View word page
ὑπεισβαίνω
steal into
ShortDef
steal into
Debugging
Headword:
ὑπεισβαίνω
Headword (normalized):
ὑπεισβαίνω
Headword (normalized/stripped):
υπεισβαινω
Intro Text:
steal into
IDX:
90523
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-90524
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "steal into" }