Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑπανίημι
ὑπανίσταμαι
ὑπανίσχω
ὑπανοίγω
ὕπαντα
ὑπαντάω
ὑπάντησις
ὑπαντητέον
ὑπαντητικός
ὑπαντήτωρ
ὑπαντιάζω
ὑπαντλέω
ὑπάντλιον
ὕπαντρος
ὑπανύσθαι
ὑπανώμαλος
ὕπαξις
ὑπαξόνιος
ὑπαπαίδευτος
ὑπαπάντη
ὑπαπειλέω
View word page
ὑπαντιάζω
to come
ShortDef
to come
Debugging
Headword:
ὑπαντιάζω
Headword (normalized):
ὑπαντιάζω
Headword (normalized/stripped):
υπαντιαζω
Intro Text:
to come
IDX:
90418
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-90419
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to come" }