Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ὑπαναδύομαι
ὑπαναθλίβω
ὑπαναιρέω
ὑπανακαθαίρω
ὑπανάκειμαι
ὑπανακινέω
ὑπανακλάω
ὑπανακλίνω
ὑπανακόπτω
ὑπαναλαμβάνω
ὑπαναλίσκω
ὑπαναμέλπω
ὑπαναμιμνήσκομαι
ὑπαναπείθω
ὑπαναπίμπλαμαι
ὑπαναπλέω
ὑπανάπτω
ὑπανάστασις
ὑπαναστατέον
ὑπαναστατέος
ὑπαναστρέφω
View word page
ὑπαναλίσκω
to waste away, spend
ShortDef
to waste away, spend
Debugging
Headword:
ὑπαναλίσκω
Headword (normalized):
ὑπαναλίσκω
Headword (normalized/stripped):
υπαναλισκω
Intro Text:
to waste away, spend
IDX:
90380
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-90381
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to waste away, spend" }