Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀντιπαριππεύω
ἀντιπαρίστημι
ἀντιπαροδεύω
ἀντιπαρονομάζομαι
ἀντιπαρρησιάζομαι
ἀντιπαρῳδέω
ἀντιπαρωνυμέομαι
ἀντιπάσχω
ἀντιπαταγέω
ἀντιπατάσσω
ἀντιπατέω
ἀντιπατρίς
Ἀντίπατρος
ἀντιπειστικός
ἀντιπελαργέω
ἀντιπέμπω
ἀντίπεμψις
ἀντιπενθής
ἀντιπεπόνθησις
ἀντιπέρα
ἀντιπεραίνομαι
View word page
ἀντιπατέω
trample upon in turn
ShortDef
trample upon in turn
Debugging
Headword:
ἀντιπατέω
Headword (normalized):
ἀντιπατέω
Headword (normalized/stripped):
αντιπατεω
Intro Text:
trample upon in turn
IDX:
9025
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-9026
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "trample upon in turn" }