Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

τριφαλαγγία
τριφάσιος
τρίφατος
τρίφθογγος
τριφίλητος
τριφορέω
τριφόρος
τριφυής
τριφύλακος
τριφυλία
τρίφυλλον
τρίφυλλος
τρίφυλος
τρίφωνος
τρίχα
τριχάϊκες
τριχάλεπτος
τριχαλκία
τρίχαλκον
τρίχαλος
τρίχαπτος
View word page
τρίφυλλον
tre-foil, clover

ShortDef

tre-foil, clover

Debugging

Headword:
τρίφυλλον
Headword (normalized):
τρίφυλλον
Headword (normalized/stripped):
τριφυλλον
IDX:
89215
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-89216
Key:

Data

{'content': 'tre-foil, clover'}