Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τρίπορθος
τριπορνεία
τρίπορνος
τρίπους
τρίπρατος
τριπρόσωπος
τριπτέον
τρίπτερος
τριπτήρ
τριπτήριον
τρίπτης
Τριπτόλεμος
τριπτός
τρίπτυχος
τρίπτωτος
τριπυλοειδής
τρίπυλον
τρίπυργος
τρίπωλος
τρίρριζος
τρίρρυθμος
View word page
τρίπτης
a rubber, shampooer
ShortDef
a rubber, shampooer
Debugging
Headword:
τρίπτης
Headword (normalized):
τρίπτης
Headword (normalized/stripped):
τριπτης
Intro Text:
a rubber, shampooer
IDX:
89053
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-89054
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a rubber, shampooer" }