Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τριημίς[εον]
τριημῖστατῆρα
τριημιτόνιον
τριημιωβόλιον
τριηραρχέω
τριηράρχημα
τριηραρχία
τριηραρχικός
τριήραρχος
τριηραύλης
τριήρης
τριηρικός
τριηριτεύω
τριηρίτης
τριηριτικός
τριηροποιικός
τριηροποιός
τριθάλασσος
τριθαλής
τρίθετος
τριθημέρη
View word page
τριήρης
trireme
ShortDef
trireme
Debugging
Headword:
τριήρης
Headword (normalized):
τριήρης
Headword (normalized/stripped):
τριηρης
Intro Text:
trireme
IDX:
88858
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-88859
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "trireme" }