Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τριημίπηχυς
τριημιπλίνθιον
τριημιπόδιον
τριημιπόδιος
τριημίς[εον]
τριημῖστατῆρα
τριημιτόνιον
τριημιωβόλιον
τριηραρχέω
τριηράρχημα
τριηραρχία
τριηραρχικός
τριήραρχος
τριηραύλης
τριήρης
τριηρικός
τριηριτεύω
τριηρίτης
τριηριτικός
τριηροποιικός
τριηροποιός
View word page
τριηραρχία
the command of a trireme
ShortDef
the command of a trireme
Debugging
Headword:
τριηραρχία
Headword (normalized):
τριηραρχία
Headword (normalized/stripped):
τριηραρχια
Intro Text:
the command of a trireme
IDX:
88854
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-88855
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "the command of a trireme" }