Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

τραπητέος
τραπητής
τραπητός
τρασιά
τραυλίζω
τραυλισμός
τραυλοηχέω
τραυλός
τραυλότης
τραυλόφωνος
τραῦμα
τραυματεία
τραυματιαῖος
τραυματίας
τραυματίζω
τραυματικός
τραυμάτιον
τραυμάτισμαι
τραυματισμός
τραυματοθεραπεύω
τραυματοποιός
View word page
τραῦμα
a wound, hurt

ShortDef

a wound, hurt

Debugging

Headword:
τραῦμα
Headword (normalized):
τραῦμα
Headword (normalized/stripped):
τραυμα
IDX:
88551
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-88552
Key:

Data

{'content': 'a wound, hurt'}