Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀντιλάζομαι
ἀντιλακτίζω
ἀντιλακωνίζω
ἀντιλαλέω
ἀντιλαμβάνω
ἀντιλάμπω
ἀντίλαμψις
ἀντιλέγω
ἀντιλειτουργέω
ἀντιλεκτέον
ἀντιλεκτέος
ἀντίλεκτος
ἀντίλεξις
ἀντιλεσχαίνω
ἀντιλέων
ἀντιλημματίζω
ἀντίληξις
ἀντιληπτέον
ἀντιληπτέος
ἀντιληπτικός
ἀντιληπτός
View word page
ἀντιλεκτέος
one must gainsay
ShortDef
one must gainsay
Debugging
Headword:
ἀντιλεκτέος
Headword (normalized):
ἀντιλεκτέος
Headword (normalized/stripped):
αντιλεκτεος
Intro Text:
one must gainsay
IDX:
8812
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-8813
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one must gainsay" }