Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τηλεδαπός
τηλεθάω
τηλεθάων
τηλεκλειτός
τηλεκλητός
τηλεμάχος
τηλέμαχος
Τηλέμαχος
τηλέπλανος
τηλέπομπος
τηλέπορος
Τηλέπυλος
τηλέπυλος
τηλεσκόπος
τηλέσκοπος
τηλεφαής
τηλεφανής
Τηλέφειον
τηλέφιλον
τηλέφιον
τηλεφόρος
View word page
τηλέπορος
far-travelling, far-reaching
ShortDef
far-travelling, far-reaching
Debugging
Headword:
τηλέπορος
Headword (normalized):
τηλέπορος
Headword (normalized/stripped):
τηλεπορος
IDX:
87895
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-87896
Key:
Data
{'content': 'far-travelling, far-reaching'}