Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τεμαχοπώλης
τέμαχος
τεμενίζω
τεμενικός
τεμένιος
τεμένισμα
τεμενίτης
τεμενῖτις
τέμενος
τεμενουρός
τεμενοῦχος
τέμνω
τέμνω2
Τέμπεα
Τεμπείτης
Τεμπικός
Τεμπόθεν
Τεμπώδης
τεναγίζω
τεναγῖτις
τεναγόομαι
View word page
τεμενοῦχος
holding a τέμενος
ShortDef
holding a τέμενος
Debugging
Headword:
τεμενοῦχος
Headword (normalized):
τεμενοῦχος
Headword (normalized/stripped):
τεμενουχος
Intro Text:
holding a τέμενος
IDX:
87281
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-87282
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "holding a τέμενος" }