Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀντικαταλαμβάνω
ἀντικαταλέγω
ἀντικαταλείπω
ἀντικαταλλαγή
ἀντικατάλλαγμα
ἀντικαταλλακτέον
ἀντικατάλλαξις
ἀντικαταλλάσσομαι
ἀντικαταμετρέω
ἀντικαταμύω
ἀντικαταπλήσσω
ἀντικαταρρέω
ἀντικατασκευάζω
ἀντικατάστασις
ἀντικαταστρατοπεδεύω
ἀντικατάσχεσις
ἀντικατάτασις
ἀντικατατείνω
ἀντικατατρέχω
ἀντικαταφέρομαι
ἀντικαταφρονέω
View word page
ἀντικαταπλήσσω
frighten in turn
ShortDef
frighten in turn
Debugging
Headword:
ἀντικαταπλήσσω
Headword (normalized):
ἀντικαταπλήσσω
Headword (normalized/stripped):
αντικαταπλησσω
Intro Text:
frighten in turn
IDX:
8721
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-8722
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "frighten in turn" }