Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τεκνοτροφέω
τεκνοτροφία
τεκνοτρώκτης
τεκνοῦς
τεκνοφαγία
τεκνοφάγος
τεκνοφονέω
τεκνοφόνος
τεκνόω
τέκνωμα
τέκνωσις
τέκος
τεκταίνομαι
τεκτόναρχος
τεκτονεῖον
τεκτονεύω
τεκτονία
τεκτονικός
τεκτονόχειρ
τεκτοσύνη
τέκτων
View word page
τέκνωσις
a begetting, bearing
ShortDef
a begetting, bearing
Debugging
Headword:
τέκνωσις
Headword (normalized):
τέκνωσις
Headword (normalized/stripped):
τεκνωσις
Intro Text:
a begetting, bearing
IDX:
87158
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-87159
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a begetting, bearing" }