Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τέγγω
Τεγέα
Τεγεάτης
Τεγεατικός
Τεγεᾶτις
Τεγέη
τέγεος
τεγκτός
τέγξις
τέγος
τεθαρρηκότως
τέθηπα
τέθμιος
τεθμός
τεθνακοχαλκίδας
τεθορυβημένως
τεθράϊος
τεθριππεύω
τεθριπποβάμων
τεθριπποβάτης
τέθριππος
View word page
τεθαρρηκότως
boldly
ShortDef
boldly
Debugging
Headword:
τεθαρρηκότως
Headword (normalized):
τεθαρρηκότως
Headword (normalized/stripped):
τεθαρρηκοτως
Intro Text:
boldly
IDX:
87046
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-87047
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "boldly" }