Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
τανυηχής
τανύθριξ
τανυκνήμις
τανύκραιρος
τανυκρήπις
τάνυμαι
τανυμήκης
τανῦν
τανύπεπλος
τανύπλεκτος
τανύπλευρος
τανυπλόκαμος
τανύπρεμνος
τανύπρωρος
τανύπτερος
τανυπτέρυξ
τανύπτορθος
τανύρριζος
τανύρρινος
τανύρροιζος
τανυσίδρομος
View word page
τανύπλευρος
long-sided, enormous
ShortDef
long-sided, enormous
Debugging
Headword:
τανύπλευρος
Headword (normalized):
τανύπλευρος
Headword (normalized/stripped):
τανυπλευρος
Intro Text:
long-sided, enormous
IDX:
86680
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-86681
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "long-sided, enormous" }