Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Σωτίων
σῶτρον
σωφρονέω
σωφρόνημα
σωφρονητέον
σωφρονίζω
σωφρονικός
Σωφρονίσκος
σωφρόνισμα
σωφρονισμός
σωφρονιστήρ
σωφρονιστήριον
σωφρονιστής
σωφρονιστικός
σωφρονιστύς
σωφροσύνη
σώφρων
σώχω
τʹ
ταβαίτας
ταβάλα
View word page
σωφρονιστήρ
admonisher, one who makes σώφρων
ShortDef
admonisher, one who makes σώφρων
Debugging
Headword:
σωφρονιστήρ
Headword (normalized):
σωφρονιστήρ
Headword (normalized/stripped):
σωφρονιστηρ
Intro Text:
admonisher, one who makes σώφρων
IDX:
86499
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-86500
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "admonisher, one who makes σώφρων" }