Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σωτήριος
σωτηριώδης
Σωτίων
σῶτρον
σωφρονέω
σωφρόνημα
σωφρονητέον
σωφρονίζω
σωφρονικός
Σωφρονίσκος
σωφρόνισμα
σωφρονισμός
σωφρονιστήρ
σωφρονιστήριον
σωφρονιστής
σωφρονιστικός
σωφρονιστύς
σωφροσύνη
σώφρων
σώχω
τʹ
View word page
σωφρόνισμα
chastisement, lesson
ShortDef
chastisement, lesson
Debugging
Headword:
σωφρόνισμα
Headword (normalized):
σωφρόνισμα
Headword (normalized/stripped):
σωφρονισμα
Intro Text:
chastisement, lesson
IDX:
86497
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-86498
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "chastisement, lesson" }