Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

σωμελής
Σωπάτρειος
σωπομπία
σωρά
σωρακίς
σώρακος
σωρεία
σωρείτης
σώρευμα
σώρευσις
σωρευτής
σωρευτικός
σωρευτός
σωρεύω
σωρηδόν
σωρίτης
σωριτικός
σωρῖτις
σωροβόλιον
σωροειδής
σωρός
View word page
σωρευτής
one who heaps up

ShortDef

one who heaps up

Debugging

Headword:
σωρευτής
Headword (normalized):
σωρευτής
Headword (normalized/stripped):
σωρευτης
IDX:
86458
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-86459
Key:

Data

{'content': 'one who heaps up'}