Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σωματομαχέω
σωματοπλαστέω
σωματοπλαστικός
σωματοποιέω
σωματοποίησις
σωματοποιός
σωματότης
σωματοτροφεῖον
σωματουργέω
σωματουργός
σωματοφθορέω
σωματοφόρβος
σωματοφόρος
σωματοφυής
σωματοφυλακέω
σωματοφυλακία
σωματοφυλάκιον
σωματοφύλαξ
σωματόω
σωμάτωσις
σωμελής
View word page
σωματοφθορέω
to corrupt the body
ShortDef
to corrupt the body
Debugging
Headword:
σωματοφθορέω
Headword (normalized):
σωματοφθορέω
Headword (normalized/stripped):
σωματοφθορεω
Intro Text:
to corrupt the body
IDX:
86438
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-86439
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to corrupt the body" }