Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Σχερίη
σχερός
σχέσις
σχετέος
σχετήριον
σχετικός
σχετλιάζω
σχετλιασμός
σχετλιαστικός
σχετλιοποιός
σχέτλιος
σχῆμα
σχηματιαῖος
σχηματίζω
σχηματικός
σχημάτιον
σχημάτισις
σχηματισμός
σχηματιστέον
σχηματογραφέω
σχηματογραφία
View word page
σχέτλιος
unwearying
ShortDef
unwearying
Debugging
Headword:
σχέτλιος
Headword (normalized):
σχέτλιος
Headword (normalized/stripped):
σχετλιος
IDX:
86284
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-86285
Key:
Data
{'content': 'unwearying'}