Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
σύσκεμμα
συσκεπάζω
συσκεπτέον
συσκέπω
συσκευάζω
συσκευασία
συσκευαστής
συσκευή
συσκευοφορέω
συσκευωρέομαι
συσκευώρημα
σύσκεψις
συσκηνέω
συσκηνήτρια
συσκηνία
συσκήνια
συσκήνιος
σύσκηνος
συσκηνόω
συσκήνωσις
συσκιάζω
View word page
συσκευώρημα
intrigue
ShortDef
intrigue
Debugging
Headword:
συσκευώρημα
Headword (normalized):
συσκευώρημα
Headword (normalized/stripped):
συσκευωρημα
IDX:
85860
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-85861
Key:
Data
{'content': 'intrigue'}