Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συριγματώδης
συριγμός
σῦριγξ
σύριγξις
συρίζω
Συρίζω
Συριηγενής
Συρικός
Σύριος
Σύριος2
συριστηρίδιον
συριστής
Συριστί
συριστική
σύρμα
συρμαία
συρμαΐζω
συρμαιοπώλης
συρμαϊσμός
συρμάς
συρματική
View word page
συριστηρίδιον
small Panspipe
ShortDef
small Panspipe
Debugging
Headword:
συριστηρίδιον
Headword (normalized):
συριστηρίδιον
Headword (normalized/stripped):
συριστηριδιον
Intro Text:
small Panspipe
IDX:
85784
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-85785
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "small Panspipe" }