Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
συντεκνόω
συντεκταίνομαι
συντελέθω
συντέλεια
συντελειόω
συντελείωσις
συντελεσιουργία
συντέλεσις
συντέλεσμα
συντελεστής
συντελεστικός
συντελευτάω
συντελέω
συντελής
συντελικός
συντελίσκω
συντέμνω
συντερατεύομαι
συντερετίζω
συντερμονέω
συντέρμων
View word page
συντελεστικός
capable of causing
ShortDef
capable of causing
Debugging
Headword:
συντελεστικός
Headword (normalized):
συντελεστικός
Headword (normalized/stripped):
συντελεστικος
Intro Text:
capable of causing
IDX:
85538
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-85539
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "capable of causing" }